Τετάρτη 3 Οκτωβρίου 2012

Ε­ΠΙ­ΘΕ­ΣΗ ΚΑ­Τ’ Ε­ΝΤΟ­ΛΗ ΓΑ­ΔΑ ΣΤΗΝ ΠΡΟ­ΣΥ­ΓΚΕ­ΝΤΡΩ­ΣΗ ΣΤΟΥ ΖΩ­ΓΡΑ­ΦΟΥ

Υπό κα­το­χή!     Μαί­ρη Ευαγ­γε­λο­πού­λου



Μια γει­το­νιά υ­πό την κα­το­χή των δυ­νά­μεων κα­τα­στο­λής ή­ταν ο­λη­με­ρίς την πε­ρα­σμέ­νη Τε­τάρ­τη του Ζω­γρά­φου. Τα γε­γο­νό­τα που έ­λα­βαν χώ­ρα δεν ή­ταν μό­νο ε­ξαι­ρε­τι­κής έ­ντα­σης. Εί­ναι πρω­το­φα­νή για τις συν­θή­κες της με­τα­πο­λί­τευ­σης, για­τί κα­τα­γρά­φουν με α­γριό­τη­τα τον προ­σα­να­το­λι­σμό της μνη­μο­νια­κής κυ­βερ­νη­τι­κής τρόι­κας να ε­πε­κτεί­νει τη βα­ριά κα­τα­στο­λή, να τη δια­σπεί­ρει στις πλα­τείες, στους δρό­μους, στα σο­κά­κια κά­θε γει­το­νιάς θέ­το­ντας ου­σια­στι­κά υ­πό α­πα­γό­ρευ­ση το δι­καίω­μα του συ­να­θροί­ζε­σθαι, ι­σο­πε­δώ­νο­ντας ό,τι α­πό­μει­νε α­πό την κου­τσου­ρε­μέ­νη δη­μο­κρα­τία.

Το σκέ­λος της ε­πι­χεί­ρη­σης, που σχε­διά­στη­κε και ε­κτε­λέ­στη­κε στην πλα­τεία Γαρ­δέ­νιας του Ζω­γρά­φου α­π’ ευ­θείας α­πό τη ΓΑ­ΔΑ εί­χε τα χα­ρα­κτη­ρι­στι­κά χου­ντι­κής α­πα­γό­ρευ­σης, τη βαρ­βα­ρό­τη­τα γερ­μα­νι­κού μπλό­κου της κα­το­χής και την ε­πι­θε­τι­κό­τη­τα χρυ­σαυ­γί­τι­κου τάγ­μα­τος ε­φό­δου. Υπερ­βά­λου­με μή­πως;


Απρό­κλη­το ντου

Τι άλ­λο χα­ρα­κτη­ρι­σμό να δώ­σου­με στο ε­ντε­λώς α­πρό­κλη­το και α­προ­ει­δο­ποίη­το πρωι­νό α­στυ­νο­μι­κό ντου στην α­περ­για­κή προ­συ­γκέ­ντρω­ση, πριν καν αυ­τή να κά­νει έ­να βή­μα α­πό την πλα­τεία προς το ο­δό­στρω­μα; Στο ά­γριο κυ­νη­γη­τό των συ­γκε­ντρω­μέ­νων με μη­χα­νές ΔΕΛ­ΤΑ και ΔΙΑΣ μέ­σα στα στε­νά; Στα χτυ­πή­μα­τα και τους τραυ­μα­τι­σμούς νέων αν­θρώ­πων και μα­θη­τών που έ­τρε­χαν να γλυ­τώ­σουν α­πό τους ε­πο­χού­με­νους διώ­κτες τους; Στις δε­κά­δες α­ναί­τιες προ­σα­γω­γές και συλ­λή­ψεις, α­κό­μα και α­νή­λι­κων, στους ο­ποίους α­πα­γό­ρευαν μέ­χρι αρ­γά το βρά­δυ κά­θε ε­πα­φή με τους συ­νη­γό­ρους και τους γο­νείς τους; Τι άλ­λο χα­ρα­κτη­ρι­σμό να δώ­σου­με στο κι­νη­μα­το­γρα­φι­κής τα­χύ­τη­τας, «πέ­σι­μο» δι­κυ­κλι­στών και ΜΑ­Τά­δων πά­νω στην πλα­τεία Γαρ­δέ­νιας το α­πό­γευ­μα της ί­διας μέ­ρας σε ε­λά­χι­στα ά­το­μα που μό­λις εί­χαν κα­τα­φτά­σει για να πά­ρουν μέ­ρος σε συ­γκέ­ντρω­ση δια­μαρ­τυ­ρίας που εί­χε ο­ρι­σθεί για τις 7 το α­πό­γευ­μα; Σαν αυ­τό­πτης μάρ­τυ­ρας της α­πο­γευ­μα­τι­νής ε­φό­δου θα ε­πι­χει­ρή­σω μια ό­σο γί­νε­ται σύ­ντο­μη πε­ρι­γρα­φή των γε­γο­νό­των για­τί νο­μί­ζω ό­τι μι­λά­νε α­πό μό­να τους για το που πά­με.

Έξω η α­στυ­νο­μία α­πό την πλα­τεία

Δεν εί­χα­με α­κό­μα προ­φτά­σει να χαι­ρε­τί­σου­με ο έ­νας τον άλ­λο. Σε μια ε­ντε­λώς χα­λα­ρή α­τμό­σφαι­ρα κά­ποιοι άρ­χι­σαν να γρά­φουν έ­να πα­νό, κά­ποιοι έ­στη­ναν τη μι­κρο­φω­νι­κή και κά­ποιοι άλ­λοι –ό­πως ε­γώ- χά­ζευαν.

Ήταν 7:15μ.μ. ό­ταν στην πά­νω με­ριά τις πλα­τείας έ­φτα­σαν, πρώ­τα, οι ε­πο­χού­με­νοι. Με α­στρα­πιαίες κι­νή­σεις ξε­πέ­ζε­ψαν και με τα γκλοπ στα χέ­ρια όρ­μη­σαν με φό­ρα στην πλα­τεία και μας πε­ρι­κύ­κλω­σαν. Παι­δά­κια που ε­κεί­νη την ώ­ρα έ­παι­ζαν δί­πλα μας έ­μπη­ξαν τα κλά­μα­τα και τις φω­νές. Μα­νά­δες έ­τρε­χαν σε κα­τά­στα­ση πα­νι­κού. Γέ­ρο­ντες α­ραγ­μέ­νοι στα πα­γκά­κια προ­σπα­θού­σαν να α­πο­μα­κρυν­θούν έ­ντρο­μοι. Και ε­μείς, κα­μιά τρια­ντα­ριά ό­λοι κι ό­λοι, τε­θή­κα­με «υ­πό κρά­τη­ση» ε­κεί στην πά­νω ά­κρη της πλα­τείας! Έτσι α­κρι­βώς μας α­να­κοι­νώ­θη­κε ά­γρια α­πό έ­ναν έν­στο­λο που τα μά­τια του πέ­τα­γαν φω­τιές μέ­σα α­πό το κρά­νος. Μπρο­στά και δί­πλα στον κα­θέ­να μας πή­ραν θέ­ση οι ντα­γλα­ρά­δες με τα πό­δια α­νοι­χτά α­πα­γο­ρεύο­ντάς μας κά­θε με­τα­κί­νη­ση. Δυο κο­πέ­λες που πή­γαν να κι­νη­θούν δη­λώ­νο­ντας πως δεν έ­χουν κά­νει τί­πο­τα για να εί­ναι υ­πό κρά­τη­ση, τις βού­τη­ξαν βίαια και τις ο­δή­γη­σαν ση­κω­τές στον πε­ζό­δρο­μο δί­πλα στην πλα­τεία. Τέσ­σε­ρα παι­διά τα εί­χαν κα­θη­λω­μέ­να σε έ­να πα­γκά­κι και ό­ποιο πή­γαι­νε να ση­κω­θεί το κά­θι­ζαν ά­γρια. Οι υ­πό­λοι­ποι προ­σπα­θού­σα­με να κερ­δί­σου­με χρό­νο κά­νο­ντας α­λυ­σί­δα και φω­νά­ζο­ντας: «Έξω η α­στυ­νο­μία α­πό την πλα­τεία».

Όσο πέρ­να­γε η ώ­ρα άρ­χι­σε να μα­ζεύε­ται κό­σμος και να δυ­να­μώ­νουν τα συν­θή­μα­τα δια­μαρ­τυ­ρίας. Τό­τε όρ­μη­σε κυ­ριο­λε­κτι­κά πά­νω μας μια δι­μοι­ρία ΜΑΤ που ό­λη την προ­η­γού­με­νη ώ­ρα ή­ταν κρυμ­μέ­νη σε έ­να στε­νό πά­νω α­πό τη λεω­φό­ρο χτυ­πώ­ντας και σπρώ­χνο­ντας ό­σους πα­τού­σαν στο πε­ζο­δρό­μιο που χω­ρί­ζει την πλα­τεία α­πό τη λεω­φό­ρο. Στο με­τα­ξύ, ό­μως, και σε διά­στη­μα λι­γό­τε­ρο της μίας ώ­ρας εί­χαν συ­γκε­ντρω­θεί γύ­ρω γύ­ρω πά­νω α­πό 500 ά­το­μα. Η μα­ζι­κό­τη­τα και η α­πο­φα­σι­στι­κό­τη­τα των συ­γκε­ντρω­μέ­νων και οι εκ­δη­λώ­σεις αλ­λη­λεγ­γύης τε­λι­κά α­ντέ­στρε­ψαν την κα­τά­στα­ση και άρ­χι­σε μια με­γά­λη και μα­χη­τι­κή πο­ρεία δια­μαρ­τυ­ρίας, με τα ΜΑΤ να μας έ­χουν κα­τά πό­δας α­να­ζη­τώ­ντας την πα­ρα­μι­κρή α­φορ­μή για νέο χτύ­πη­μα.


Τι θα γί­νει την ε­πό­με­νη φο­ρά;

Και το ε­ρώ­τη­μα εί­ναι: Τι θα γί­νει την ε­πό­με­νη φο­ρά; Τώ­ρα μας τη φύ­λα­γαν στην πλα­τεία, την ε­πό­με­νη φο­ρά μή­πως θα μας τη φυ­λά­νε έ­ξω α­πό την πόρ­τα μας; Και α­κό­μα, τι θα γί­νει με τα παι­διά που πα­ρα­πέ­μπο­νται με βα­ρύ­τα­τες κα­τη­γο­ρίες - ε­ντε­λώς α­νυ­πό­στα­τες, ό­πως κα­ταγ­γέλ­λει και το Δη­μο­τι­κό Συμ­βού­λιο- και ε­πί πλέ­ον δια­πο­μπεύο­νται με τη δη­μο­σιο­ποίη­ση των στοι­χείων και των φω­το­γρα­φιών τους;

Και κά­τι α­κό­μα: Επι­χει­ρή­σεις έ­γι­ναν και σε άλ­λες γει­το­νιές, κά­τι που ε­νι­σχύ­σει αυ­τό που προ­α­νέ­φε­ρα για την διά­χυ­ση της βίας και της κα­τα­στο­λής, για­τί ό­μως τέ­τοια έ­ντα­ση και α­γριό­τη­τα στου Ζω­γρά­φου; Ίσως για­τί εί­ναι μια φοι­τη­τού­πο­λη, ό­που α­να­πτύσ­σο­νται ζω­ντα­νές συλ­λο­γι­κό­τη­τες, α­νή­συ­χα κι­νή­μα­τα, α­πό­πει­ρες για έ­να άλ­λο πο­λι­τι­σμό που οι μη­χα­νι­σμοί του κρά­τους και της κα­τα­στο­λής τα θέ­λουν υ­πό ο­μη­ρία, υ­πό …κρά­τη­ση. Θα δεί­ξει.

Μαί­ρη Ευαγ­γε­λο­πού­λου


Υ­Γ: Την πιο με­γά­λη, την πιο α­πο­στο­μω­τι­κή, την πιο συ­γκι­νη­τι­κή α­πά­ντη­ση σε ό­λα αυ­τά έ­δω­σαν την ε­πο­μέ­νη, την Πέ­μπτη το πρωί, οι μα­θη­τές των σχο­λείων του Ζω­γρά­φου με μια συ­γκλο­νι­στι­κή συ­γκέ­ντρω­ση που έ­κα­ναν στον ί­διο χώ­ρο, στην πλα­τεία Γαρ­δέ­νιας.